Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἐμποδίζω
ἐμπόδιος
ἐμποδών
ἐμποιέω
ἐμπολαῖος
ἐμπολάω
ἐμπολέμιος
ἐμπολεύς
ἐμπόλημα
ἐμπολή
ἐμπολητός
ἔμπολις
ἐμπολιτεύω
ἐμπομπεύω
ἐμπόρευμα
ἐμπορεύομαι
ἐμπορευτέα
ἐμπορία
ἐμπορικός
ἐμπόριον
ἔμπορος
View word page
ἐμπολητός
ἐμπολητός ἐμπολητός, ή, όν ἐμπολάω bought, οὑμπολητὸς Σισύφου Λαερτίῳ the son of Sisyphus bought by or palmed off upon Laertes, Soph.
ShortDef
bought
Debugging
Headword:
ἐμπολητός
Headword (normalized):
ἐμπολητός
Headword (normalized/stripped):
εμπολητος
IDX:
10782
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n10785
Key:
e)mpolhto/s
Data
{'content': 'ἐμπολητός\n ἐμπολητός, ή, όν\n ἐμπολάω\n bought, οὑμπολητὸς Σισύφου Λαερτίῳ the son of Sisyphus bought by or palmed off upon Laertes, Soph.', 'key': 'e)mpolhto/s'}