ἐμπολητός
ἐμπολητός
ἐμπολητός, ή, όν
ἐμπολάω
bought, οὑμπολητὸς Σισύφου Λαερτίῳ the son of Sisyphus bought by or palmed off upon Laertes, Soph.
{ "content": "ἐμπολητός\n ἐμπολητός, ή, όν\n ἐμπολάω\n bought, οὑμπολητὸς Σισύφου Λαερτίῳ the son of Sisyphus bought by or palmed off upon Laertes, Soph.", "key": "e)mpolhto/s" }