Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἐμπληξία
ἐμπλήσσω
ἐμπληστέος
ἐμπνέω
ἔμπνοια
ἔμπνοος
ἐμποδίζω
ἐμπόδιος
ἐμποδών
ἐμποιέω
ἐμπολαῖος
ἐμπολάω
ἐμπολέμιος
ἐμπολεύς
ἐμπόλημα
ἐμπολή
ἐμπολητός
ἔμπολις
ἐμπολιτεύω
ἐμπομπεύω
ἐμπόρευμα
View word page
ἐμπολαῖος
ἐμπολαῖος ἐμπολαῖος, α, ον concerned in traffic, Ar. from ἐμπολάω
ShortDef
concerned in traffic
Debugging
Headword:
ἐμπολαῖος
Headword (normalized):
ἐμπολαῖος
Headword (normalized/stripped):
εμπολαιος
IDX:
10776
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n10779
Key:
e)mpolai=os
Data
{'content': 'ἐμπολαῖος\n ἐμπολαῖος, α, ον\n concerned in traffic, Ar.\n from ἐμπολάω', 'key': 'e)mpolai=os'}