ἐμπληστέος
ἐμπληστέος
ἐμπληστέος, α, ον
verb. adj. of ἐμπίμπλημι,
to be filled with, τινός Plat.
{ "content": "ἐμπληστέος\n ἐμπληστέος, α, ον\n verb. adj. of ἐμπίμπλημι,\n to be filled with, τινός Plat.", "key": "e)mplhste/os" }