Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ἀκήριος
ἀκηρυκτεί
ἀκήρυκτος
ἀκήρωτος
ἀκίβδηλος
ἀκιδνός
ἄκικυς
ἀκινάκης
ἀκίνδυνος
ἀκίνητος
ἄκιος
ἀκιρός
ἀκίς
ἀκίχητος
ἀκκίζομαι
ἀκκώ
ἄκλαστος
ἄκλαυτος
ἀκλεής
ἀκλεΐα
ἀκλειής
View word page
ἄκιος
ἄκιος κίς not worm-eaten: Sup. ἀκιώτατος Hes.

ShortDef

not worm-eaten

Debugging

Headword:
ἄκιος
Headword (normalized):
ἄκιος
Headword (normalized/stripped):
ακιος
IDX:
1077
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n1077
Key:
a)/kios

Data

{'content': 'ἄκιος\n κίς\n not worm-eaten: Sup. ἀκιώτατος Hes.', 'key': 'a)/kios'}