ἐμπλέω
ἐμπλέω
fut. -πλεύσομαι
ἐν
to sail in, πλοίῳ Hdt.: absol., οἱ ἐμπλέοντες the crews, Thuc.
{ "content": "ἐμπλέω\n fut. -πλεύσομαι\n ἐν\n to sail in, πλοίῳ Hdt.: absol., οἱ ἐμπλέοντες the crews, Thuc.", "key": "e)mple/w" }