ἐμμενής
ἐμμενής
ἐμμενής, ές
abiding in: neut. ἐμμενές as adv., ἐμμενὲς αἰεί unceasing ever, Hom.:—so ἐμμενέως, Hes.
from ἐμμένω
{ "content": "ἐμμενής\n ἐμμενής, ές\n abiding in: neut. ἐμμενές as adv., ἐμμενὲς αἰεί unceasing ever, Hom.:—so ἐμμενέως, Hes.\n from ἐμμένω", "key": "e)mmenh/s" }