ἐμμελέτημα
ἐμμελέτημα
from ἐμμελετάω
ἐμμελέτημα, ατος, τό,
an exercise, a practice, Anth.
{ "content": "ἐμμελέτημα\n from ἐμμελετάω\n ἐμμελέτημα, ατος, τό,\n an exercise, a practice, Anth.", "key": "e)mmele/thma" }