ἐμετικός
ἐμετικός
ἐμετικός, ή, όν
one who uses emetics, like the Roman gourmands, Plut.
from ἔμετος
{ "content": "ἐμετικός\n ἐμετικός, ή, όν\n one who uses emetics, like the Roman gourmands, Plut.\n from ἔμετος", "key": "e)metiko/s" }