ἐλεγκτικός
ἐλεγκτικός
ἐλεγκτικός, ή, όν
ἐλέγχω
of persons, fond of cross-questioning or examiningadv. -κῶς, Xen.
{ "content": "ἐλεγκτικός\n ἐλεγκτικός, ή, όν\n ἐλέγχω\n of persons, fond of cross-questioning or examiningadv. -κῶς, Xen.", "key": "e)legktiko/s" }