ἐκπληκτικός
ἐκπληκτικός
ἐκπληκτικός, ή, όν
ἐκπλήσσω
striking with consternation, astounding, Thuc.
{ "content": "ἐκπληκτικός\n ἐκπληκτικός, ή, όν\n ἐκπλήσσω\n striking with consternation, astounding, Thuc.", "key": "e)kplhktiko/s" }