ἐκνόμιος
ἐκνόμιος
ἐκ-νόμιος, ον
νόμος
unusual, marvellous: adv. -ίως, Ar.; Sup. ἐκνομιώτατα Ar.
{ "content": "ἐκνόμιος\n ἐκ-νόμιος, ον\n νόμος\n unusual, marvellous: adv. -ίως, Ar.; Sup. ἐκνομιώτατα Ar.", "key": "e)kno/mios" }