Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀκαρής
ἀκαριαῖος
ἀκαρπία
ἀκάρπιστος
ἄκαρπος
ἀκάρπωτος
ἀκασκαῖος
ἀκατάβλητος
ἀκατάγνωστος
ἀκατακάλυπτος
ἀκατάκριτος
ἀκατάλλακτος
ἀκατάλυτος
ἀκατάπαυστος
ἀκατάστατος
ἀκατάσχετος
ἀκαταφρόνητος
ἀκατάψευστος
ἀκάτιον
ἄκατος
ἄκαυστος
View word page
ἀκατάκριτος
ἀκατάκριτος κατακρίνω uncondemned, NTest.
ShortDef
uncondemned
Debugging
Headword:
ἀκατάκριτος
Headword (normalized):
ἀκατάκριτος
Headword (normalized/stripped):
ακατακριτος
IDX:
1018
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n1018
Key:
a)kata/kritos
Data
{'content': 'ἀκατάκριτος\n κατακρίνω\n uncondemned, NTest.', 'key': 'a)kata/kritos'}