ἐκλογισμός
ἐκλογισμός
from ἐκλογίζομαι
ἐκλογισμός, ὁ,
a computation, calculation, Plut.
{ "content": "ἐκλογισμός\n from ἐκλογίζομαι\n ἐκλογισμός, ὁ,\n a computation, calculation, Plut.", "key": "e)klogismo/s" }