ἐκλιπής
ἐκλιπής
ἐκλῐπής, ές
from ἐκλῐπεῖν aor2 inf. of ἐκλείπω
failing, deficient, ἡλίου ἐκλιπές τι ἐγένετο
= ἔκλειψις, Thuc.
omitted, overlooked, Thuc.
{ "content": "ἐκλιπής\n ἐκλῐπής, ές\n from ἐκλῐπεῖν aor2 inf. of ἐκλείπω\n failing, deficient, ἡλίου ἐκλιπές τι ἐγένετο\n = ἔκλειψις, Thuc.\n omitted, overlooked, Thuc.", "key": "e)kliph/s" }