ἐκκρεμής
ἐκκρεμής
from ἐκκρεμάννῡμι
ἐκκρεμής, ές
hanging from or upon, τινος Anth.
{ "content": "ἐκκρεμής\n from ἐκκρεμάννῡμι\n ἐκκρεμής, ές\n hanging from or upon, τινος Anth.", "key": "e)kkremh/s" }