Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ἀκανθίς
ἀκανθοβάτης
ἀκανθολόγος
ἄκανθος
ἀκανθώδης
ἄκαπνος
ἀκᾶ
ἀκάρδιος
ἀκάρηνος
ἀκαρής
ἀκαριαῖος
ἀκαρπία
ἀκάρπιστος
ἄκαρπος
ἀκάρπωτος
ἀκασκαῖος
ἀκατάβλητος
ἀκατάγνωστος
ἀκατακάλυπτος
ἀκατάκριτος
ἀκατάλλακτος
View word page
ἀκαριαῖος
ἀκαριαῖος ἀκαρής momentary, brief, Dem., etc.

ShortDef

momentary, brief

Debugging

Headword:
ἀκαριαῖος
Headword (normalized):
ἀκαριαῖος
Headword (normalized/stripped):
ακαριαιος
IDX:
1009
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n1009
Key:
a)kariai=os

Data

{'content': 'ἀκαριαῖος\n ἀκαρής\n momentary, brief, Dem., etc.', 'key': 'a)kariai=os'}