Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

συμπεριτίθημι
συμπεριτρέπω
συμπεριτρέχω
συμπεριτρίβομαι
συμπεριτυγχάνω
συμπεριφαντάζομαι
συμπεριφερής
συμπεριφέρω
συμπεριφθείρομαι
συμπεριφορά
συμπεριφορητός
συμπεριφράσσω
συμπερονάω
συμπέσσω
συμπετάννυμι
συμπέτομαι
συμπεφορημένος
σύμπεψις
συμπηγία
σύμπηγμα
συμπήγνυμι
View word page
συμπεριφορητός
συμπερι-φορητός, , όν,
A). accommodating, complaisant, Apollon. Lex. s.v.συμφερτή.


ShortDef

accommodating, complaisant

Debugging

Headword:
συμπεριφορητός
Headword (normalized):
συμπεριφορητός
Headword (normalized/stripped):
συμπεριφορητος
IDX:
98666
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-98667
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">συμπερι-φορητός</span>, <span class="itype greek">ή</span>, <span class="itype greek">όν</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">accommodating, complaisant</span>, <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Apollon.</span> <span class="title" style="font-style: italic;">Lex.</span> </span>s.v.<span class="foreign greek">συμφερτή</span>.</div> </div><br><br>'}