Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
στρῶμα
στρωματεύς
στρωματίζω
στρωμάτιον
στρωματίτης
στρωματόδεσμον
στρωματοφθορέω
στρωματοφύλαξ
στρωμνάομαι
στρωμνή
στρωμνηφόρος
στρώννυμι
στρῶσις
στρωτήρ
στρωτηρίδιον
στρωτήριον
στρώτης
στρωτός
στρωφάω
στρωφέομαι
στυαγόν
View word page
στρωμνηφόρος
στρωμνηφόρος
,
ον
,
A).
carrying the bedding
,
Theognost.
Can.
96
.
ShortDef
carrying the bedding
Debugging
Headword:
στρωμνηφόρος
Headword (normalized):
στρωμνηφόρος
Headword (normalized/stripped):
στρωμνηφορος
IDX:
97334
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-97335
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">στρωμνηφόρος</span>, <span class="itype greek">ον</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">carrying the bedding</span>, <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Theognost.</span> <span class="title" style="font-style: italic;">Can.</span> 96 </span>.</div> </div><br><br>'}