Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

προσπεριποιέω
προσπερμεία
προσπερονάω
προσπέταμαι
προσπέτομαι
προσπεύθομαι
προσπεφυκότως
πρόσπηγμα
προσπήγνυμι
προσπηδάω
προσπηλόω
προσπήσσω
προσπηχύνομαι
προσπιέζω
προσπικραίνω
προσπίλναμαι
προσπιλόω
προσπίνω
προσπιπίσκω
προσπιπράσκω
προσπίπτω
View word page
προσπηλόω
προσπηλόω,
A). close with clay,[χύτραν] Cyran. 99 .


ShortDef

close with clay

Debugging

Headword:
προσπηλόω
Headword (normalized):
προσπηλόω
Headword (normalized/stripped):
προσπηλοω
IDX:
89941
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-89942
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">προσπηλόω</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">close with clay</span>,[<span class="foreign greek">χύτραν</span>] <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Cyran.</span> 99 </span>.</div> </div><br><br>'}