Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

προσεπαυξάνω
προσεπαυρίσκομαι
προσεπεῖδον
προσεπεῖπον
προσεπεισάγω
προσεπεισφέρω
προσεπεισφορέω
προσεπεκθλίβω
προσεπεκτείνω
προσεπελπίζω
προσεπεμβάλλω
προσεπεξεργάζομαι
προσεπεξευρίσκω
προσεπερωτάω
προσεπερωτητής
προσεπεύχομαι
προσεπευωνίζω
προσεπέχω
προσεπηρεάζω
προσεπηχέω
προσεπί
View word page
προσεπεμβάλλω
προσεπ-εμβάλλω,
A). throw in, add besides, Gal. 6.637 , 12.389 .


ShortDef

throw in, add besides

Debugging

Headword:
προσεπεμβάλλω
Headword (normalized):
προσεπεμβάλλω
Headword (normalized/stripped):
προσεπεμβαλλω
IDX:
89146
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-89147
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">προσεπ-εμβάλλω</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">throw in, add besides</span>, <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Gal.</span> 6.637 </span>, <span class="bibl"> 12.389 </span>.</div> </div><br><br>'}