Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

προσδυσχεραίνω
προσδωρέομαι
προσεάω
προσεβάζομαι
προσεγγελάω
προσεγγίζω
προσεγγράφω
προσεγγυάομαι
προσεγείρω
προσεγκαλέω
προσέγκειμαι
προσεγκελεύομαι
προσεγκολάπτω
προσεγρήγορα
προσεγχέω
προσεγχρίμπτω
προσεγχρίω
προσεγχώννυμι
προσεδαφίζω
προσεδρεία
προσεδρευτικός
View word page
προσέγκειμαι
προσέγκειμαι, strengthd. for ἔγκειμαι, Hsch.


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
προσέγκειμαι
Headword (normalized):
προσέγκειμαι
Headword (normalized/stripped):
προσεγκειμαι
IDX:
88936
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-88937
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">προσέγκειμαι</span>, strengthd. for <span class="foreign greek">ἔγκειμαι</span>, <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> </div><br><br>'}