Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
προδιοδεύω
προδιοικέω
προδιοίκησις
προδιοικητικός
προδιοικονομέω
προδιομολογέομαι
προδιομολογητέον
προδιορθόομαι
προδιόρθωσις
προδιορίζω
προδιορισμός
προδιυλίζω
προδιώκω
προδίωξις
προδοκάζω
προδοκέω
προδοκή
προδοκιμάζω
πρόδομα
προδοματικός
προδομάτιον
View word page
προδιορισμός
προδιορ-ισμός
,
ὁ
,
A).
previous definition
or
distinction,
Gal.
6.830
, Aps.
p.243H.
ShortDef
previous definition
Debugging
Headword:
προδιορισμός
Headword (normalized):
προδιορισμός
Headword (normalized/stripped):
προδιορισμος
IDX:
87061
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-87062
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">προδιορ-ισμός</span>, <span class="gen greek">ὁ</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">previous definition</span> or <span class="tr" style="font-weight: bold;">distinction,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Gal.</span> 6.830 </span>, Aps.<span class="bibl"> p.243H. </span> </div> </div><br><br>'}