Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
μόλυβδος
μολυβδοτήξ
μολυβδουργός
μολυβδοφανής
μολυβδόχαλκος
μολυβδοχοέω
μολυβδοχοΐα
μολυβδοχοΐζω
μολυβδοχόος
μολυβδόχροος
μολυβδόχρως
μολυβδόω
μολυβδώδης
μολύβδωμα
μολύβδωσις
μολυβίς
μολυβοειδής
μόλυβος
μολυβουργός
μολυβοῦς
μολυβρός
View word page
μολυβδόχρως
μολυβδό-χρως
,
ωτος
,
ὁ
,
ἡ
, = foreg.,
Gal.
1.343
.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
μολυβδόχρως
Headword (normalized):
μολυβδόχρως
Headword (normalized/stripped):
μολυβδοχρως
IDX:
68388
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-68389
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">μολυβδό-χρως</span>, <span class="itype greek">ωτος</span>, <span class="gen greek">ὁ</span>, <span class="gen greek">ἡ</span>, = foreg., <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Gal.</span> 1.343 </span>.</div><br><br>'}