Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
μινυνθάνω
μινύον
μινύριγμα
μινυρίζω
μινύρισμα
μινυρισμός
μινυρίστρια
μινύρομαι
μινυρός
μινυώριος
μίνω
Μίνως
μίξ1
μιξ2
μιξαίθρια
μιξάνθρωπος
μιξαρχαγέτας
μιξέλληνες
μιξεριφαρνογενής
μιξίαμβος
μιξίας
View word page
μίνω
μίνω
,
Arc.
for
μένω
(q. v.).
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
μίνω
Headword (normalized):
μίνω
Headword (normalized/stripped):
μινω
IDX:
67903
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-67904
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">μίνω</span>, <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Arc.</span> </span> for <span class="foreign greek">μένω</span> (q. v.).</div><br><br>'}