Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

ἀνακνάπτω
ἀνακνάω
ἀνακνίδεσι
ἀνακνισόω
ἀνακογχίζω
ἀνακογχυλιάζω
ἀνακογχυλιασμός
ἀνακογχυλίζω
ἀνακογχύλισμα
ἀνακογχυλισμός
ἀνακοιλιασμός
ἀνακοινέω
ἀνακοινόω
ἀνακοίνωσις
ἀνακοινωτέος
ἀνακοιρανέω
ἀνακοιτάζομαι
ἀνακολλάω
ἀνακόλλημα
ἀνακόλλησις
ἀνακολλητικός
View word page
ἀνακοιλιασμός
ἀνακοιλιασμός, , in pl.,
A). purgative, Cael.Aur. TP 2.14 .


ShortDef

purgative

Debugging

Headword:
ἀνακοιλιασμός
Headword (normalized):
ἀνακοιλιασμός
Headword (normalized/stripped):
ανακοιλιασμος
IDX:
6756
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-6757
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ἀνακοιλιασμός</span>, <span class="gen greek">ὁ</span>, in pl., <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">purgative,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Cael.Aur.</span> <span class="title" style="font-style: italic;">TP</span> 2.14 </span>.</div> </div><br><br>'}