Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

μεταίτης
μεταίτησις
μεταίτιος
μεταίφνιος
μεταιχμεῖ
μεταίχμιος
μεταιωρέομαι
μετακαθέζομαι
μετακαθίζω
μετακαθοπλίζω
μετακαινίζω
μετακαλέω
μετακάρπιον
μετακατασκευάζω
μετακατασκευή
μετακατατροπή
μετακαταχέω
μετακαταψύχομαι
μετάκειμαι
μετακενόω
μετακεντρίζω
View word page
μετακαινίζω
μετακαινίζω,
A). model anew, AP 7.411 ( Diosc.).


ShortDef

to model anew

Debugging

Headword:
μετακαινίζω
Headword (normalized):
μετακαινίζω
Headword (normalized/stripped):
μετακαινιζω
IDX:
66685
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-66686
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">μετακαινίζω</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">model anew,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">AP</span> 7.411 </span> (<span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Diosc.</span></span>).</div> </div><br><br>'}