Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

λεπτόσωμος
λεπτοταρίχιον
λεπτότης
λεπτοτομέω
λεπτοτράχηλος
λεπτότρητος
λεπτότριχος
λεπτουργέω
λεπτουργής
λεπτουργία
λεπτουργικά
λεπτουργός
λεπτοϋφής
λεπτοφαής
λεπτόφλοιος
λεπτοφυής
λεπτόφυλλος
λεπτόφωνος
λεπτοχειλής
λεπτόχρως
λεπτόχυλος
View word page
λεπτουργικά
λεπτουργ-ικά, τά,
A). articles of fine workmanship, SIG 88o . 66 (Pizus, iii A.D.).


ShortDef

articles of fine workmanship

Debugging

Headword:
λεπτουργικά
Headword (normalized):
λεπτουργικά
Headword (normalized/stripped):
λεπτουργικα
IDX:
62545
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-62546
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">λεπτουργ-ικά</span>, <span class="gen greek">τά</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">articles of fine workmanship</span>, <span class="bibl"> <span class="title" style="font-style: italic;">SIG</span> 88o </span>.<span class="bibl"> 66 </span> (Pizus, iii A.D.).</div> </div><br><br>'}