Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
κρουπέζιον
κρουπεζόομαι
κρουπεζοφόρος
κρουσιδημέω
κρουσίης
κρουσίθυρος
κρουσιλύρης
κρουσιμετρέω
κρουσιμέτρης
κροῦσις
κροῦσμα
κρουσμός
κρουστέον
κρούστης
κρουστικός
κρουστός
κρουτεῖται
κρούω
κρυαίνω
κρυβάζω
κρύβακτος
View word page
κροῦσμα
κροῦσμα
,
κρουσματικός
, v.
κρουμ
-.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
κροῦσμα
Headword (normalized):
κροῦσμα
Headword (normalized/stripped):
κρουσμα
IDX:
60198
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-60199
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">κροῦσμα</span>, <span class="orth greek">κρουσματικός</span>, v. <span class="itype greek">κρουμ</span>-.</div><br><br>'}