Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

κροκυδολογέω
κροκυλεγμός
κροκύς
κροκύφαντος
κροκώδης
κροκωτίδιον
κροκώτινος
κροκώτιον
κροκωτός
κροκωτοφορέω
κροκωτόφορος
κρολίαζε
κρομβόω
κρομμύδιον
κρομμυογήτειον
κρόμμυον
κρομμυοξυρεγμία
κρομμυπώλης
κρομμυπώλιον
κρομμύφακον
κρόμπος
View word page
κροκωτόφορος
κροκωτόφορ-ος, ον,
A). wearing the κροκωτός, Plu. 2.785e .


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
κροκωτόφορος
Headword (normalized):
κροκωτόφορος
Headword (normalized/stripped):
κροκωτοφορος
IDX:
60104
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-60105
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">κροκωτόφορ-ος</span>, <span class="itype greek">ον</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">wearing the</span> <span class="foreign greek">κροκωτός</span>, <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Plu.</span> 2.785e </span>.</div> </div><br><br>'}