Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

κροκοδιλόβρωτος
κροκοδιλόδηκτος
κροκοδιλοειδής
κροκοδιλοπάρδαλις
κροκόδιλος
κροκοδιλοτάφιον
κροκοειδής
κροκοείμων
κροκόεις
κροκόμαγμα
κροκομέριον
κροκόμηλον
κροκονητική
κροκόπεπλος
κρόκος
κροκόττας
κροκόω
κροκυδίζω
κροκυδισμός
κροκυδολογέω
κροκυλεγμός
View word page
κροκομέριον
κροκο-μέριον, τό,
A). = κῆμος , Ps.- Dsc. 4.133 .


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
κροκομέριον
Headword (normalized):
κροκομέριον
Headword (normalized/stripped):
κροκομεριον
IDX:
60085
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-60086
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">κροκο-μέριον</span>, <span class="gen greek">τό</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> = <span class="ref greek">κῆμος</span> , Ps.-<span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Dsc.</span> 4.133 </span>.</div> </div><br><br>'}