Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
κνισήεις
κνισηρός
κνίσμα
κνισμός
κνισοδιώκτης
κνισοκόλαξ
κνισολοιχία
κνισολοιχός
κνῖσος
κνισός
κνισοτηρητής
κνισόω
κνίσσα
κνιστός
κνισώδης
κνισωτός
κνίφος
κνίφω
κνίψ
κνόος
κνῦ
View word page
κνισοτηρητής
κνῑσοτηρητής
,
οῦ
,
ὁ
,
A).
=
κνισοδιώκτης
,
Com.Adesp.
1042
.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
κνισοτηρητής
Headword (normalized):
κνισοτηρητής
Headword (normalized/stripped):
κνισοτηρητης
IDX:
58207
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-58208
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">κνῑσοτηρητής</span>, <span class="itype greek">οῦ</span>, <span class="gen greek">ὁ</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> = <span class="ref greek">κνισοδιώκτης</span> , <span class="bibl"> <span class="title" style="font-style: italic;">Com.Adesp.</span> 1042 </span>.</div> </div><br><br>'}