Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
κεντρωνορράφος
κέντρωσις
κεντρωτός
κεντυρίων
κέντωρ
κένωμα
κενώσιμος
κένωσις
κενωτέον
κενωτικός
κέοιτο
κεπφαττελεβώδης
κέπφος
κεπφόω
κεραβάτης
κερᾴδιον
κεράεις
κεραελκής
κεραία
κεραΐδιον
κεραιέλοντα
View word page
κέοιτο
κέοιτο
,
κέοντο
, v.
κεῖμαι
.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
κέοιτο
Headword (normalized):
κέοιτο
Headword (normalized/stripped):
κεοιτο
IDX:
56656
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-56657
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">κέοιτο</span>, <span class="orth greek">κέοντο</span>, v.<span class="foreign greek">κεῖμαι</span>.</div><br><br>'}