Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

ἀμπαίνεθαι
ἀμπαιστήρ
ἀμπαλίνορρος
ἄμπαλος
ἀμπανάμενος
ἄμπανσις
ἀμπάξαι
ἄμπαυμα
ἀμπεδίον
ἄμπειρα
ἀμπείρω
ἀμπελάνθη
ἀμπελεία
ἀμπέλειος
ἀμπελεών
ἀμπελικός
ἀμπέλινος
ἀμπέλιον
ἀμπέλιος
ἀμπελίς
ἀμπελιτικός
View word page
ἀμπείρω
ἀμπείρω, poet. for ἀναπείρω.


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
ἀμπείρω
Headword (normalized):
ἀμπείρω
Headword (normalized/stripped):
αμπειρω
IDX:
5474
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-5475
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ἀμπείρω</span>, poet. for <span class="foreign greek">ἀναπείρω.</span> </div><br><br>'}