Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

καταλυτήρ
καταλυτήριον
καταλύτης
καταλυτικός
καταλύω
καταλωβάω
καταλωφάω
καταμαγγανεύω
καταμαγεῖον
καταμαγεύω
καταμαθηματικεύω
καταμάθησις
καταμαθητέον
καταμαθητικός
καταμαίνομαι
καταμάκτης
κατάμακτος
καταμαλακίζω
καταμαλάσσω
καταμαλθακίζομαι
καταμαλθάσσω
View word page
καταμαθηματικεύω
καταμᾰθημᾰτικεύω,
A). reduce to mathematical terms, in Med., -εύσατο τὴν φύσιν Phlp. in de An. 481.34 .


ShortDef

reduce to mathematical terms

Debugging

Headword:
καταμαθηματικεύω
Headword (normalized):
καταμαθηματικεύω
Headword (normalized/stripped):
καταμαθηματικευω
IDX:
54454
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-54455
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">καταμᾰθημᾰτικεύω</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">reduce to mathematical terms</span>, in Med., <span class="quote greek">-εύσατο τὴν φύσιν</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Phlp.</span> </span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">in de An.</span> <span class="bibl"> 481.34 </span>.</div> </div><br><br>'}