Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
κάλλιστος
καλλιστρατεύω
καλλιστρούθια
καλλίσφυρος
καλλιτεκνέω
καλλιτεκνία
καλλίτεκνος
καλλιτέχνης
καλλιτεχνία
καλλίτεχνος
καλλιτόκεια
καλλίτοκος
καλλίτοξος
καλλιτράπεζος
καλλίτριχον
καλλίτριχος
καλλιφεγγής
καλλίφθογγος
κάλλιφλοξ
καλλιφυής
καλλίφυλλον
View word page
καλλιτόκεια
καλλῐ-τόκεια
,
ἡ
, pecul. poet. fem. of sq.,
Opp.
C.
1.6
.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
καλλιτόκεια
Headword (normalized):
καλλιτόκεια
Headword (normalized/stripped):
καλλιτοκεια
IDX:
52742
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-52743
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">καλλῐ-τόκεια</span>, <span class="gen greek">ἡ</span>, pecul. poet. fem. of sq., <a class="bibl" target="_blank" data-urn="urn:cts:greekLit:tlg0024.tlg001.perseus-grc1:1:6" href="https://catalog-api-dev.scaife.eldarion.com/urn:cts:greekLit:tlg0024.tlg001.perseus-grc1:1.6/canonical-url/"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Opp.</span> <span class="title" style="font-style: italic;">C.</span> 1.6 </a>.</div><br><br>'}