Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
ἰρίζω
ἰρικάν
ἰρίνεος
ἰρινόμικτος
ἴρινος
ἰριοειδής
Ἶρις
ἰριώδης
ἰρμοφόρος
ἱρο
ἱροδρόμος
ἱρόν
ἱροπόλος
ἱρός
Ἶρος
ἱροφάντης
ἱρόχθων
ἰρών
ἱρωστί
ἱρωσύνη
ἴς
View word page
ἱροδρόμος
ἱροδρόμος
,
ὁ
, poet. for
ἱεροδρ-
(q.v.).
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
ἱροδρόμος
Headword (normalized):
ἱροδρόμος
Headword (normalized/stripped):
ιροδρομος
IDX:
50894
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-50895
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ἱροδρόμος</span>, <span class="gen greek">ὁ</span>, poet. for <span class="foreign greek">ἱεροδρ-</span> (q.v.).</div><br><br>'}