Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

ἰδιότης
ἰδιοτοπέω
ἰδιοτοπία
ἰδιότοπος
ἰδιοτροπία
ἰδιότροπος
ἰδιοτρόφος
ἰδιότυπος
ἰδιοφεγγής
ἰδιοφυής
ἰδιόφυτον
ἰδιόχειρος
ἰδιόχρεος
ἰδιόχροιος
ἰδιόω
ἴδισις
ἰδίω
ἰδίωμα
ἰδιώνυμος
ἰδίωσις
ἰδιωτεία
View word page
ἰδιόφυτον
ἰδῐό-φῠτον, τό,= κῆμος, Ps.- Dsc. 4.133 .


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
ἰδιόφυτον
Headword (normalized):
ἰδιόφυτον
Headword (normalized/stripped):
ιδιοφυτον
IDX:
49892
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-49893
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ἰδῐό-φῠτον</span>, <span class="gen greek">τό</span>,= <span class="foreign greek">κῆμος</span>, Ps.-<span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Dsc.</span> 4.133 </span>.</div><br><br>'}