Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
ζυγοκρούστης
ζυγόλωρον
ζυγομαχέω
ζυγομαχία
ζυγόν
ζυγοποιέω
ζυγοποιός
ζυγός
ζυγοσταθμέω
ζυγόσταθμος
ζυγοστασία
ζυγοστάσιον
ζυγοστατέω
ζυγοστάτημα
ζυγοστάτης
ζυγόταυρον
ζυγοτράχηλον
ζυγοτρυτάνη
ζυγουλκός
ζυγόφιν
ζυγοφορέω
View word page
ζυγοστασία
ζῠγοστᾰς-ία
,
ἡ
,
A).
weighing,
PGrenf.
2.46a8
(ii A.D.).
ShortDef
weighing
Debugging
Headword:
ζυγοστασία
Headword (normalized):
ζυγοστασία
Headword (normalized/stripped):
ζυγοστασια
IDX:
46332
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-46333
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ζῠγοστᾰς-ία</span>, <span class="gen greek">ἡ</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">weighing,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">PGrenf.</span> 2.46a8 </span> (ii A.D.).</div> </div><br><br>'}