Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

εὐεκτία
εὐεκτικός
εὐεκτός
εὐέκφορος
εὐεκχόλωτος
εὐέλαιος
εὐέλατος
εὐέλεγκτος
εὐελίδης
εὐέλικτος
εὐέλιον
εὐελκής
εὔελκτος
εὔελον
εὔελπις
εὐελπιστία
εὐέμβατος
εὐέμβλητος
εὐέμβολος
εὐέμετος
εὐέμπρηστος
View word page
εὐέλιον
εὐέλιον· ἐλλιπὲς ἐν ἱερείῳ, Hsch.


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
εὐέλιον
Headword (normalized):
εὐέλιον
Headword (normalized/stripped):
ευελιον
IDX:
43757
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-43758
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">εὐέλιον·</span> <span class="foreign greek">ἐλλιπὲς ἐν ἱερείῳ</span>, <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> </div><br><br>'}