Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

ἑτεροκλονέω
ἑτεροκοπία
ἑτεροκρανία
ἑτερόκτυπος
ἑτεροκωφέω
ἑτερόκωφος
ἑτερολογία
ἑτερόμαλλος
ἑτερομάσχαλος
ἑτερομεγεθέω
ἑτερομέρεια
ἑτερομερής
ἑτερομετρία
ἑτερόμετρος
ἑτερομήκης
ἑτερομηκικὸς
ἑτερομήτριος
ἑτερομήτωρ
ἑτερομοιότης
ἑτερομόλιος
ἑτερόμορφος
View word page
ἑτερομέρεια
ἑτερο-μέρεια, ,
A). inclination to one side, Suid., Phot. s.v. κατὰ πρόσκλισιν .


ShortDef

inclination to one side

Debugging

Headword:
ἑτερομέρεια
Headword (normalized):
ἑτερομέρεια
Headword (normalized/stripped):
ετερομερεια
IDX:
43167
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-43168
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ἑτερο-μέρεια</span>, <span class="gen greek">ἡ</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">inclination to one side</span>, <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Suid.</span></span>, Phot. s.v. <span class="ref greek">κατὰ πρόσκλισιν</span> .</div> </div><br><br>'}