Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

ἐπικτείνω
ἐπικτένιον
ἐπικτέρεα
ἐπικτερεΐζω
ἐπίκτημα
ἐπικτηνίτης
ἐπίκτησις
ἐπικτητικός
ἐπίκτητος
ἐπικτίζω
ἐπικτόλωμα
ἐπικτόριον
ἐπικτός
ἐπικτυπέω
ἐπικυδαίνομαι
ἐπικυδής
ἐπικυδιάω
ἐπικυέω
ἐπικύημα
ἐπικύησις
ἐπικυΐσκομαι
View word page
ἐπικτόλωμα
ἐπικτόλωμα· ἐπικορύφωμα, Hsch.


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
ἐπικτόλωμα
Headword (normalized):
ἐπικτόλωμα
Headword (normalized/stripped):
επικτολωμα
IDX:
39919
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-39920
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ἐπικτόλωμα·</span> <span class="foreign greek">ἐπικορύφωμα</span>, <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> </div><br><br>'}