Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
ἐπαρδεύω
ἐπάρδια
ἐπάρδω
ἐπαρέσκομαι
ἐπαρήγω
ἐπαρηγών
ἐπάρηξις
ἐπάρην
ἐπαρήρει
ἐπαριθμέω
ἐπάρισμα
ἐπαριστερεύομαι
ἐπαρίστερος
ἐπαριστερότης
Ἐπάριτοι
ἐπάρκεια
ἐπάρκεσις
ἐπαρκέω
ἐπαρκής
ἐπάρκιος
ἐπαρκούντως
View word page
ἐπάρισμα
ἐπάρισμα·
ἀφανῆ, ἄσημα,
Hsch.
(fort.
ἐπάργεμα
).
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
ἐπάρισμα
Headword (normalized):
ἐπάρισμα
Headword (normalized/stripped):
επαρισμα
IDX:
38304
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-38305
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ἐπάρισμα·</span> <span class="foreign greek">ἀφανῆ, ἄσημα,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> (fort. <span class="foreign greek">ἐπάργεμα</span>).</div><br><br>'}