Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

διυποπτεύω
διυφαίνω
διύφαντος
διυφή
διυφίημι
διφαδεύει
διφαλαγγάρχης
διφαλαγγαρχία
διφαλαγγία
διφαλέος
διφάνινος
δίφας
διφασία
διφάσιος
δίφατον
δίφατος
διφάω
διφήτωρ
διφθέρα
διφθεράλοιφος
διφθεράριος
View word page
διφάνινος
διφάνινος λύχνος, dub. sens. in PLond. 2.193.29 (ii A. D.).


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
διφάνινος
Headword (normalized):
διφάνινος
Headword (normalized/stripped):
διφανινος
IDX:
27571
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-27572
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">διφάνινος</span> <span class="foreign greek">λύχνος,</span> dub. sens. in <span class="bibl"> <span class="title" style="font-style: italic;">PLond.</span> 2.193.29 </span> (ii A. D.).</div><br><br>'}