Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
διϊσχύω
Διισωτήρια
διϊτέον
διϊτικός
διΐφιλος
διϊχνεύω
δικαδία
δικάζω
δικαία
δικαιάδικος
δικαιαρχία
δικαϊκός
δικαιοδοσία
δικαιοδοτέω
δικαιοδότης
δικαιοθέτης
δικαιοκρισία
δικαιοκρίτης
δικαιολογέομαι
δικαιολόγητον
δικαιολογία
View word page
δικαιαρχία
δῐκαιαρχία·
ἀρχὴ δικαία,
Hsch.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
δικαιαρχία
Headword (normalized):
δικαιαρχία
Headword (normalized/stripped):
δικαιαρχια
IDX:
26859
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-26860
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">δῐκαιαρχία·</span> <span class="foreign greek">ἀρχὴ δικαία,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> </div><br><br>'}