Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

διατρέχω
διατρέω
διάτρημα
διάτρησις
διατρητάριος
διάτρητος
διατριβή
διατριβικός
διατρίβω
διατρίζω
διάτριμμα
διατριπτέον
διατριπτικός
διατριταῖος
διατριτάριος
διάτριτος
διάτριψις
διάτριχα
διατροπή
διατρόπιος
διάτροπος
View word page
διάτριμμα
διάτριμμα, ατος, τό,
A). a sore from the skin being rubbed off in riding, Gloss.


ShortDef

a sore from the skin being rubbed off

Debugging

Headword:
διάτριμμα
Headword (normalized):
διάτριμμα
Headword (normalized/stripped):
διατριμμα
IDX:
26117
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-26118
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">διάτριμμα</span>, <span class="itype greek">ατος</span>, <span class="gen greek">τό</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">a sore from the skin being rubbed off</span> in riding, <span class="title" style="font-style: italic;">Gloss.</span> </div> </div><br><br>'}