Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

διακλάω
διάκλεισις
διακλείω
διακλέπτω
διακληρονομέω
διακληρόω
διακλήρωσις
διακλιμακίζω
διακλίνω
διάκλισις
διακλονέω
διακλύζω
διάκλυσμα
διακλυσμός
διακλυστήριον
διακναίω
διακνημόομαι
διακνίζω
διακοιλαίνω
διάκοιλος
διακοινοποιέω
View word page
διακλονέω
διακλονέω,
A). shake violently, Hsch.


ShortDef

shake violently

Debugging

Headword:
διακλονέω
Headword (normalized):
διακλονέω
Headword (normalized/stripped):
διακλονεω
IDX:
24962
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-24963
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">διακλονέω</span>, <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">shake violently,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> </div> </div><br><br>'}