Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
Δαρικός
δάρκα
δάρκανος
δάρκες
δαρκνά
δάρμα
δαρός
δάροσος
δάρσις
δάρτης
δάρτινον
δαρτός
δάρυλλος
δάς
δασκάζει
δάσκιλλος
δάσκιος
δασκόν
δάσμα
δάσμευσις
δασμολογέω
View word page
δάρτινον
δάρτινον·
πέπλον λινοῦν,
Hsch.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
δάρτινον
Headword (normalized):
δάρτινον
Headword (normalized/stripped):
δαρτινον
IDX:
23480
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-23481
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">δάρτινον·</span> <span class="foreign greek">πέπλον λινοῦν,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span> </span> </div><br><br>'}