Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
βαστακτικός
βαστακτός
βάσταχας
βαστέρνιον
βασυνίας
βαταίνελ
βαταλίζομαι
βάταλος
βατάνη
βάτας
βᾶτε
βατεία
βάτελλα
βατεύω
βατέω
βατήρ
βατηρία
βατήριον
βατηρίς
βατῆρος
βάτης
View word page
βᾶτε
βᾶτε
, Dor. imper. aor. 2 of
βαίνω.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
βᾶτε
Headword (normalized):
βᾶτε
Headword (normalized/stripped):
βατε
IDX:
19608
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-19609
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">βᾶτε</span>, Dor. imper. aor. 2 of <span class="foreign greek">βαίνω.</span> </div><br><br>'}