Scaife ATLAS
Back to dictionaries
LSJ
βαρύσπλαγχνος
βαρυσταθμέω
βαρύσταθμος
βαρυστένακτος
βαρυστενάχων
βαρύστομος
βαρύστονος
βαρυσύμφορος
βαρυσφάραγος
βαρύσωμος
βαρυτάλαντος
βαρυταρβής
βαρυτελής
βαρύτης
βαρυτιμέω
βαρύτιμος
βαρύτλητος
βαρυτονέω
βαρυτόνησις
βαρυτονητέος
βαρύτονος
View word page
βαρυτάλαντος
βᾰρῠ-τάλαντος
[
τᾰ],
=
A).
weighing heavily,
Zonar.
s.v.
ὁλκός.
ShortDef
weighing heavily
Debugging
Headword:
βαρυτάλαντος
Headword (normalized):
βαρυτάλαντος
Headword (normalized/stripped):
βαρυταλαντος
IDX:
19493
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-19494
Key:
Data
{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">βᾰρῠ-τάλαντος</span> [<span class="foreign greek">τᾰ], </span> = <div style="margin-top: 1.0em;" class="sense depth-1"> <span><strong>A).</strong></span> <span class="tr" style="font-weight: bold;">weighing heavily,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Zonar.</span> </span> s.v. <span class="ref greek">ὁλκός.</span> </div> </div><br><br>'}