Scaife ATLAS

Back to dictionaries

LSJ

ἀφόβητος
ἀφοβία
ἀφοβοποιός
ἄφοβος
ἀφοβόσπλαγχνος
ἀφόδευμα
ἀφόδευσις
ἀφοδευτήριον
ἀφοδευτικὸς
ἀφοδεύω
ἀφόδιοι
ἄφοδος
ἀφοίβαντος
ἀφοιδεῖν
ἀφοίνικτος
ἀφοίνους
ἀφοίτητος
ἀφολίδωτος
ἀφολκή
ἄφολκος
ἀφομιλέω
View word page
ἀφόδιοι
ἀφόδιοι· ἐχθροί, Hsch.; cf. ἀφάδιος.


ShortDef

No short def.

Debugging

Headword:
ἀφόδιοι
Headword (normalized):
ἀφόδιοι
Headword (normalized/stripped):
αφοδιοι
IDX:
18424
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:lsj-18425
Key:

Data

{'content': '<div class="entry"> <span class="orth greek">ἀφόδιοι·</span> <span class="foreign greek">ἐχθροί,</span> <span class="bibl"> <span class="author" style="font-variant: small-caps;">Hsch.</span></span>; cf. <span class="foreign greek">ἀφάδιος.</span> </div><br><br>'}